εξανδραποδίζω

εξανδραποδίζω
(Α ἐξανδραποδίζω) [ανδραποδίζω]
(για ανθρ. ή πολιτείες) κάνω κάποιον ανδράποδο*, υποδουλώνω, υποτάσσω («ἀπέπεμπε ἐξανδραποδίσαντας Ἀθήνας», Ηρόδ.)
αρχ.
αρπάζω, σφετερίζομαι, δημεύω («καὶ πάντων τῶν τεθνεώτων ἐξηνδραποδίσαντο τοὺς βίους», Πολ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • εξανδραποδίζω — εξανδραποδίζω, εξανδραπόδισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξανδραποδίζω — εξανδραπόδισα, εξανδραποδίστηκα, εξανδραποδισμένος, μτβ. 1. κάνω κάποιον ανδράποδο (βλ. λ.), τον υποδουλώνω. 2. μτφ., κάνω κάποιον τελείως υποχείριο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐξανδραποδίσουσι — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor subj act 3rd pl (epic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδίσουσιν — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor subj act 3rd pl (epic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδιοῦσι — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut ind act 3rd pl (attic epic doric) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδιοῦσιν — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut ind act 3rd pl (attic epic doric) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery fut part act masc/neut dat pl (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδισάντων — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor part act masc/neut gen pl ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor imperat act 3rd pl ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor part act masc/neut gen pl ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor imperat …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδίζουσι — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery pres part act masc/neut dat pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξανδραποδίσαι — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor inf act ἐξανδραποδίσαῑ , ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor opt act 3rd sg ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor inf act ἐξανδραποδίσαῑ , ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery aor opt act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηνδραποδισμένα — ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery perf part mp neut nom/voc/acc pl (attic epic doric ionic aeolic) ἐξηνδραποδισμένᾱ , ἐξανδραποδίζω reduce to utter slavery perf part mp fem nom/voc/acc dual (attic epic doric ionic aeolic) ἐξηνδραποδισμένᾱ …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”